"Τα πανηγύρια αυτά έχουν πολυσύνθετο χαρακτήρα: ιστορικό, θρησκευτικό, κοινωνικό. Την αρχή τους τη βασίζουν στην ανάμνηση κάποιου γεγονότος τοπικής ή ευρύτερης ιστορικής αξίας. Τα μεγαλύτερα πανηγύρια που αποτελούν και πυρήνες των υπολοίπων είναι του Αη-Συμιού στο Μεσολόγγι και της Αγι’-Αγάθης στο Αιτωλικό."

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Το πανηγύρι

Ο άνθρωπος του μόχθου διαπνεόμενος από βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα και έχοντας έντονη την ανάγκη της ανάπαυλας από τη δουλειά, άρπαξε κυριολεκτικά την ευκαιρία των θρησκευτικών εορτών των Αγίων τo όνομα των οποίων τιμούσαν οι εκκλησίες του χωριού και συνηθέστερα η κεντρική εκκλησία του χωριού, για να διασκεδάσει, τιμώντας έτσι με το δικό του τρόπο τη θρησκεία.

Συνήθως, όταν η κεντρική εκκλησία ή εξωκλήσια γιόρταζε επακολουθούσε γλέντι, το πανηγύρι. Συγκέντρωση όλων των κατοίκων (παν-αγείρω) οι οποίοι αφού συμμετείχαν σ’ όλες τις λατρευτικές τελετές θρησκευτικού χαρακτήρα που συνηθίζονταν (εσπερινός – αρτοκλασία, θεία λειτουργία, περιφορά εικόνας, λιτανεία) και άναβαν ευλαβικά το κεράκι τους ζητώντας τη χάρη και την προστασία του θεού, έχοντας αναπαυμένη τη συνείδησή τους, άρχιζαν το χορό και το τραγούδι.

Πανηγύρι για το λαό της περιοχής μας σήμαινε γιορτή θρησκευτική και «κοσμική» μαζί, αξεχώριστα. Το πανηγύρι ήταν μέρα σταθμός για όλους τους συντοπίτες. Σ’ αυτό αντάμωναν με φίλους και συγγενείς, αυτό είχαν ορόσημο οι ξενιτεμένοι για την επίσκεψή τους στο χωριό «Να’ μαστε στο πανηγύρι».

Όλο το χωριό γιόρταζε, κοινός εορτασμός. Τα σπίτια καθαρίζονταν και άνοιγαν οι πόρτες τους σε κάθε επίσκεψη. Μαγειρεύονταν φαγητά άφθονα «μη κι έρθει κάποιος ξένος», ετοιμάζονταν τα φιλέματα, τα γλυκά, έβγαινε το τσίπουρο και το κρασί. Οι χωριανοί φορούσαν τα «καλά τα ρούχα» και οι κοπέλες και τα νεαρά αγόρια περίμεναν πως και πως τη μέρα του πανηγυριού. Θα τους δινόταν η ευκαιρία να δουν, να ρίξουν κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλο. Η ηθική της εποχής δεν επέτρεπε συγχρωτισμό ανάμεσα στα δύο φύλα. Ακόμα και αυτή η συνάντηση στο πανηγύρι περιορίζονταν στο αντίκρισμα και στο θαυμασμό χορευτικών ικανοτήτων, αλλά από απόσταση. Το πανηγύρι έχει κοινωνική διάσταση και δίνει λύσεις. Το νυφοδιάλεγμα εμπεριέχεται στις άδηλες και άτυπες συνιστώσες του.

Ενδεικτικό είναι το τραγούδι:
«Μια γαλαζοφορεμένη μου ‘χει την καρδιά καμένη…
Δεν μπορώ να τη γελάσω το χεράκι της να πιάσω…
Στο χορό που θα χορεύει, σύρε πιάσ’ την απ’ το χέρι».

Βασικό στοιχείο της οργάνωσης της διασκέδασης είναι η οικογένεια και το σόι (η συγγένεια). Οι οικογένειες και τα σόγια του χωριού συγκροτούσαν παρέες, συντροφιές και πήγαιναν στο πανηγύρι. Όλοι μαζί κάθονταν και έτρωγαν και πάλι τα μέλη της παρέας θα σηκώνονταν για χορό μαζί. Οι αναμείξεις δεν επιτρέπονταν σύμφωνα με άγραφο κανόνα, ιδιαίτερα στις παρέες που είχαν ανάμεσά τους νεαρά κορίτσια, τα οποία ήταν σε ηλικία γάμου και στο πανηγύρι έκαναν την επίσημη παρουσίασή τους στην τοπική κοινωνία.

Υπάρχει ένα τυπικό που τηρούνταν στα περισσότερα πανηγύρια των χωριών. Ανήμερα της γιορτής του Αγίου, τον οποίο τιμούσε η εκκλησία και σχεδόν μετά τη θεία λειτουργία, αφού το εκκλησίασμα έβγαινε στο προαύλιο χώρο άρχιζε το γλέντι. Οι μουσικοί, αυτόκλητοι του χωριού, (τα όργανα) ετοιμάζονταν. Οι παρέες έστρωναν κάτω από τα δέντρα ή στα πεζούλια χράμια ή μαντανίες κάθονταν και άρχιζαν το φαγητό σ’ αρκετές περιοχές. Το φαγητό το ετοίμαζε η οικογένεια και το έφερνε μαζί της από το σπίτι. Συνηθίζονταν κάθε σπίτι να ψήνει κρέας, να έχει δηλαδή ψητό αρνί, ψωμί, τυρί και κρασί. 

Έτσι όπως ήταν καθισμένοι ξεκινούσαν και το τραγούδι. Τα πρώτα τραγούδια που λέγονταν ήταν φωνητικά (χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων) τα λεγόμενα της τάβλας. Το έναυσμα τις περισσότερες φορές το έδινε ο παπάς του χωριού, ο οποίος αργότερα τιμής ένεκεν θα έσερνε πρώτος το χορό.

Πρώτο τραγούδι ήταν το υπέροχο, με τους ποιητικότατους στίχους:
«Σε τούτη την τάβλα που’ μαστε
σε τούτο το τραπέζι
τον άγγελο φιλεύουμε
και το Χριστό κερνάμε
και τη Παρθένα Δέσποινα
διπλά την προσκυνάμε…»

Ένα είδος προσευχής, όπου θαυμαστά ζητούσαν να παρακαθίσουν ως ομοτράπεζοι οι άγγελοι, ο Χριστός και η Παναγία. Οι άνθρωποι ζητούσαν όχι μόνο τη συγκατάβαση του Θεού, αλλά και την παρουσία του στο γλέντι τους. Αγνά και άδολα είχαν καταξιώσει το γλέντι τους ως προσφορά και στο Θεό τους. (λαϊκή σοφία).

Τα όργανα, οι μουσικοί του χωριού, καθισμένοι και αυτοί σ’ ένα πεζούλι άρχιζαν να παίζουν. Το ποιος θα χόρευε κανονιζόταν με σειρά προτεραιότητας, δήλωνε δηλαδή η κάθε παρέα την επιθυμία της, και έπαιρνε σειρά. Τη σειρά δεν επιτρέπονταν να την αλλάξουν. Όσο η παρέα χόρευε κανείς δεν επιτρεπόταν να μπει στο χοροστάσι και να χορέψει.

Τα χορευτικά τραγούδια ήταν επιλογή του πρωτοχορευτή. Με το τέλος του χορού (συνήθως χόρευε ο καθένας δυο τραγούδια) κάθε τραγουδιού πλήρωναν τα όργανα. Την πληρωμή την έκανε ο ίδιος ο χορευτής ή στην περίπτωση που χόρευε γυναίκα ο κοντινότερος και προεστότερος συγγενής (πατέρας, σύζυγος, αδερφός).

Αν κάποια παρέα δεν ήθελε για πολλούς λόγους να χορέψει μπορούσε να παραγγείλει τραγούδι στα όργανα. Την παραγγελία κανένας άλλος δεν τη χόρευε. Τις περισσότερες φορές η παραγγελία ήταν αργό, καθιστικό τραγούδι. Ιδιαίτερη προτίμηση στους πανηγυριστές είχαν και τα ιστορικά τα κλέφτικα τραγούδια. (Μάρκου Μπότσαρη, Λεπενιώτη). Με το χορό και το τραγούδι το γλέντι συνεχίζονταν ως το βράδυ και έκλεινε με το τραγούδι «Τούτο τα’ αστέρι το λαμπρό» και την ευχή «Πάλε καλές ανταμώσεις».

Πανηγύρια μετά το ‘60
Με την ηλεκτροδότηση η χρονική διάρκεια του πανηγυριού αυξάνεται. Συχνά διαρκεί από τη νύχτα της παραμονής ως το πρωί, την επόμενη της εορτής. Τώρα το συγκρότημα έχει μικρόφωνα. Αλλά επέρχονται και άλλες αλλαγές. Το πανηγύρι ως γλέντι αλλάζει τόπο, μεταφέρεται σ’ άλλα σημεία του χωριού, όπου ο χώρος είναι μεγαλύτερος για να χωράει περισσότερα άτομα. Το αυτοκίνητο διευκολύνει τη μετάβαση πανηγυριστών και από τις γύρω περιοχές.

Τώρα οι μουσικοί οργανώνονται σε κομπανίες – συγκροτήματα. Ο υπεύθυνος του συγκροτήματος (συγκροτηματιάρχης) κλείνει συμφωνία με τον καταστηματάρχη ή εκείνον που αναλαμβάνει τη διοργάνωση του πανηγυριού. Συμφωνεί την αμοιβή των μουσικών αλλά η κύρια πηγή εσόδων του συγκροτήματος εξακολουθεί να παραμένει τα χρήματα που δίνουν οι χορευτές – πανηγυριστές (χαρτούρα). Τα τραγούδια της τάβλας σιγά - σιγά χάνονται. Την αρχή του γλεντιού κάνει το συγκρότημα παίζοντας δύο τρία οργανικά κομμάτια, τα μαρς.

Επίσης το πρόγραμμα το μουσικό διευρύνεται, μπαίνουν και λαϊκά ακούσματα. Μετά το ’50 γνωστοί λαϊκοί τραγουδιστές από την Αθήνα, όπως η Ρίτα η Αμπατζή έρχονται στην περιοχή Μεσολογγίου. Τραγουδούν και δημοτικά και λαϊκά. (Χαράλαμπος Μαργιέλης)

Όσο οι δυσκολίες της μεταπολεμικής περιόδου υποχωρούν στα πανηγύρια δεν παίζουν οι μουσικοί του χωριού ή των διπλανών χωριών. Καλούνται και αναζητούνται οι καλύτεροι στην περιοχή ή μετακαλούνται και μουσικοί έξω από την Αιτωλοακαρνανία. Μαζί τους βέβαια αυτοί έφερναν και το ηχόχρωμα του τόπου τους στο παίξιμό τους και έπαιζαν και τραγούδια γνωστά στην ευρύτερη περιοχή.

Το ραδιόφωνο συμβάλλει στη δημιουργία των λεγόμενων «σουξέ» τραγουδιών που αγαπιούνται σ’ όλη την Ελλάδα και έτσι αυτά (κυρίως λαϊκά) ζητούνται και παίζονται στα πανηγύρια διαβρώνοντας το τοπικό χαρακτήρα των μουσικών ακουσμάτων. Στα χρόνια μετά το ’50 ανεβαίνει στο πάλκο, μπαίνει στο συγκρότημα και η γυναίκα τραγουδίστρια. Μέχρι τώρα τραγουδούσε συνήθως ένας οργανοπαίχτης – καλλίφωνος. Η σχετική φιλελεύθερη ποίηση στα ήθη της Ελληνικής κοινωνίας επέτρεψε αυτή την καινοτομία. Η γυναίκα τραγουδίστρια μέλος του συγκροτήματος στην αρχή, κρατούσε ένα μικρό μέρος του προγράμματος, ο ρόλος της περιορίζονταν, συνόδευε τα τραγούδια παίζοντας το ντέφι.

Είναι γεγονός ότι η παραγωγή δημοτικών τραγουδιών έχει σταματήσει. Τον προηγούμενο αιώνα τα τραγούδια πλάθονταν στην ύπαιθρο και τροφοδοτούσαν τα αστικά κέντρα, σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Τα τραγούδια διαμορφώνονται από επαγγελματίες στα αστικά κέντρα και διαδίδονται στην υπόλοιπη Ελλάδα, η οποία γίνεται παθητικός δέκτης. Η επικοινωνία με τη συμβολή ραδιοφώνου, τηλεόρασης, c.d. πλουτίζει το ρεπερτόριο των μουσικών και αυτός ο πλουτισμός έχει εμπορικούς – οικονομικούς λόγους (ικανοποίηση πελατείας). Παλιά, στις αρχές 20ου αιώνα ο παιχνιδιάτορας μάθαινε κυρίως τα ντόπια τραγούδια από πανηγύρι σε πανηγύρι, από γάμο σε γάμο και είχε την αυθεντικότητα και το ηχόχρωμα της περιοχής του. 

Σήμερα όμως, λόγω των μετακινήσεων (στα πανηγύρια καλούνται μουσικοί και φίρμες τραγουδιστές των αστικών κέντρων) δέχονται την επίδραση και άλλων ειδών μουσικών ακουσμάτων και έτσι η τεχνική και η αισθητική χάνει την ποιότητά της.

Ένας «λαϊκός» μουσικός δε λειτουργεί παρά μόνο στο φυσικό περιβάλλον (πανηγύρι, γάμο, γιορτή) σε συνεργασία με τους χορευτές. Η διάρκεια του γλεντιού εξαρτάται από το κέφι και τις ικανότητες χορευτών και μουσικών που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Αυτός όμως ο διάλογος καταργείται από το βιομηχανοποιημένο, σχεδόν σύγχρονο, δημοτικό τραγούδι και τη δομή του σύγχρονου πανηγυριού.
Το πανηγύρι σήμερα οδεύει να μορφοποιηθεί σε μια κακώς οργανωμένη εμπορική επιχείρηση μαζικής διασκέδασης, με στόχο το όσο μεγαλύτερο κέρδος του οργανωτή. Ευτυχώς όμως σε μικρά χωριά μπορούμε ακόμα να συναντήσουμε την αυθεντικότητα των παλιών πανηγυριών ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου